Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Η κρισιμότητα υλοποίησης του Επενδυτικού Σχεδίου Καινοτομίας «Διασφάλιση Αγροτικής Παραγωγής και Οικοσυστημικών Υπηρεσιών κάτω από το πρίσμα της Κλιματικής Αλλαγής» ευρίσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο αναγκαιότητας εφαρμογής.

Η αναγκαιότητα αυτή ανακύπτει από τις ιδιαίτερα δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που έχουν παρατηρηθεί την τελευταία δεκαετία:

  • (α) στους υδατικούς πόρους που χρησιμοποιούνται για άρδευση,
  • (β) στη γεωργική παραγωγή, (γ) στην παραγωγή τροφίμων και (δ) στη βιοποικιλότητα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας καθώς και του συνόλου του ελλαδικού και ευρω-μεσογειακού χώρου, όπως περιγράφονται στις ακόλουθες παραγράφους.

Πρόβλεψη μελλοντικής μεταβολής του κλίματος στον ελλαδικό χώρο: Οι αλλαγές που αναμένονται στη βροχόπτωση κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα παρουσιάζουν έντονη χωρική μεταβλητότητα, με τη μέση ετήσια βροχόπτωση να προβλέπεται να αυξηθεί στις περιοχές που βρίσκονται σε μεγάλα γεωγραφικά πλάτη καθώς και στις υγρές περιοχές μέσου γεωγραφικού πλάτους κα να μειωθεί στις ξηρές περιοχές μέσου γεωγραφικού πλάτους, συμπεριλαμβανομένου του ελλαδικού και μεσογειακού χώρου, σύμφωνα με τις Εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (IntergovernmentalPanelonClimateChange – IPCC).

Η μέση παγκόσμια θερμοκρασία του αέρα στην επιφάνεια του εδάφους προβλέπεται να αυξηθεί κατά 0,3 – 0,7 oC την περίοδο 2016 – 2035, κατά 0,9 – 2,0 oC την περίοδο 2045 – 2065 και κατά 1,1 – 2,6 oC την περίοδο 2081 – 2100, συγκριτικά με την περίοδο 1986 – 2005, σύμφωνα με το μετριοπαθές σενάριο κλιματικού εξαναγκασμού. Η μέση αύξηση της θερμοκρασίας στον ευρωπαϊκό χώρο κατά το έτος 2045 προβλέπεται ίση με 2 oC, με τις νοτιότερες περιοχές, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, να είναι περισσότερο πιθανό να παρουσιάσουν μεγαλύτερη αύξηση της θερμοκρασίας ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες. Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς πόρους: Οι επιφανειακοί και οι υπόγειοι υδατικοί πόροι έχουν υποστεί σημαντική ποσοτική και ποιοτική υποβάθμιση την τελευταία  δεκαετία, εξαιτίας των πιέσεων που δέχονται από ανταγωνιστικές χρήσεις νερού, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον υδρολογικό κύκλο.

Η κλιματική αλλαγή επηρεάζει σε σημαντικό βαθμό τη διαθεσιμότητα των υδατικών πόρων στην Ελλάδα και στον ευρω-μεσογειακό χώρο, με τη βροχόπτωση και τη θερμοκρασία να αποτελούν τις κύριες κλιματικές παραμέτρους που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα των υδατικών πόρων. Σύμφωνα με την Πέμπτη Έκθεση Αξιολόγησης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος, για κάθε ένα βαθμό αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε σχέση με το προβιομηχανικό επίπεδο και μέχρι το όριο των 2,7 oC, αναμένεται μείωση των ανανεώσιμων υδατικών πόρων κατά τουλάχιστον 20% για ένα επιπρόσθετο 7% του πληθυσμού. Όσον αφορά τη μέση ετήσια απορροή των υδατορεμάτων, αναμένεται να μειωθεί κατά 10-30% έως τα μέσα του 21ου αιώνα, στις ξηρές περιοχές μέσου γεωγραφικού πλάτους, συμπεριλαμβανομένου του ελλαδικού χώρου, ακολουθώντας την περιοχική και εποχιακή κατανομή της βροχόπτωσης και της θερμοκρασίας. Επίσης, η κατείσδυση στους υπόγειους υδροφορείς αναμένεται να μειωθεί στο μέλλον και ειδικότερα, η μείωση αυτή αναμένεται να υπερβαίνει τη μείωση του ύψους της βροχόπτωσης.

Για κάθε βαθμό αύξησης της θερμοκρασίας, ένα επιπλέον 4% των υπόγειων υδροφορέων αναμένεται να εμφανίσει μείωση της υδατικής του διαθεσιμότητας κατά 30%, ενώ ένα επιπρόσθετο 1% των υπόγειων υδροφορέων αναμένεται να εμφανίσει μείωση κατά 70%. Αναφορικά με τη συμπεριφορά των λιμνών σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής, η στάθμη, η υδάτινη τους επιφάνεια και ο αποθηκευμένος υδατικός του όγκος αναμένεται να μειωθούν στο μέλλον, ως συνέπεια της μείωσης της βροχόπτωσης και της αύξησης της εξάτμισης από την υδάτινη επιφάνεια, λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα. Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη γεωργική παραγωγή: Η τάση εξάντλησης των επιφανειακών και υπόγειων υδατικών πόρων στις αγροτικές περιοχές, αποδίδεται τόσο στην αλλαγή του κλίματος όσο και στην υπεράντληση υδάτων για άρδευση των καλλιεργειών. Η γεωργία αποτελεί τον κύριο χρήστη νερού στις μεσογειακές χώρες, αντιπροσωπεύοντας περί το 80% των συνολικών αντλήσεων ύδατος.

Οι επιπτώσεις που προβλέπονται στη γεωργία συνδέονται με μια σειρά κλιματικών παραγόντων, οι οποίοι επηρεάζουν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο τις συνθήκες ανάπτυξης των καλλιεργειών. Ειδικότερα, η προβλεπόμενη αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να προκαλέσει αύξηση της εξατμισοδιαπνοής, αυξάνοντας τις υδατικές απαιτήσεις των φυτών, ενώ παράλληλα, οι μεταβολές στην ημερήσια διακύμανση της θερμοκρασίας δύναται να επηρεάσουν την παραγωγικότητα ορισμένων καλλιεργειών. Ακόμη, η μείωση του ύψους βροχόπτωσης προβλέπεται να εντείνει τις πιέσεις που ασκούνται στους υδατικούς πόρους των αγροτικών περιοχών, ενώ οι μεταβολές στην ένταση των βροχοπτώσεων αναμένεται να συνοδευτούν από πλημμυρικά φαινόμενα και ζημιές στις καλλιέργειες. Επιπροσθέτως, οι μεταβολές στη θερμοκρασία και στη βροχόπτωση αναμένεται να δημιουργήσουν αβεβαιότητα στη χρονική διαθεσιμότητα και επάρκεια των υδατικών πόρων, εμφανίζοντας ακραία φαινόμενα ξηρασίας και επηρεάζοντας σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες των καλλιεργειών σε αρδευτικό νερό, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τα υδατικά συστήματα.

Η αύξηση της απαίτησης των καλλιεργειών σε νερό, σε συνδυασμό με την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών και την αύξηση της ανάγκης για επισιτιστική ασφάλεια, καθιστούν βέβαιη την ολοένα και μεγαλύτερη εξάντληση των υδατικών πόρων, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Από το σύνολο των απολήψεων από τους υπόγειους υδροφορείς, το μερίδιο της άντλησης για αρδευτική χρήση αναμένεται να αυξηθεί λόγω της μείωσης της αξιοπιστίας της διαθεσιμότητας των επιφανειακών υδατικών πόρων που προκαλείται από την κλιματική αλλαγή. Η επιλογή αυτή αναμένεται να δημιουργήσει πρόσθετα προβλήματα στις περιοχές όπου η κατείσδυση στους υπόγειους υδροφορείς είναι μικρότερη των απολήψεων. Οι αγροτικές περιοχές προβλέπεται, επίσης, να αντιμετωπίσουν σημαντικά προβλήματα με μείωση του αγροτικού εισοδήματος των κατοίκων τους εξαιτίας τόσο της μείωσης της αγροτικής παραγωγής όσο και της αύξησης του κόστους άντλησης λόγω της πτώσης της στάθμης των υπόγειων υδροφορέων. Οι σωρευτικές οικονομικές απώλειες αναμένεται να επιδεινώσουν τα επίπεδα φτώχειας στις αγροτικές περιοχές, καθιστώντας δύσκολη την οικονομική τους ανάκαμψη. Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην παραγωγή τροφίμων: Η επαρκής παραγωγή τροφίμων συνδέεται με την αγροτική παραγωγικότητα και τη σταθερότητα των τιμών των τροφίμων, οι οποίες αναμένεται να επηρεαστούν δυσμενώς λόγω της κλιματικής αλλαγής, σύμφωνα με Εκθέσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας. Σημαντική ώθηση στη μελέτη της επαρκούς παραγωγής τροφίμων διατελέστηκε το 2008 λόγω της μεγάλης αύξηση των τιμών των τροφίμων που καταγράφηκε.

Οι προβλέψεις για την εξέλιξη των κλιματικών συνθηκών κατά τις επόμενες δεκαετίες αναδεικνύουν την ύπαρξη σημαντικών προβλημάτων για την ασφαλή παραγωγή τροφίμων. Ειδικότερα, οι καλλιέργειες σιταριού, ρυζιού και αραβοσίτου αναμένεται να επηρεαστούν αρνητικά στις περιοχές όπου προβλέπεται αύξηση της μέσης θερμοκρασίας ίση ή μεγαλύτερη των 2 oC, όπως αναμένεται να συμβεί στον ελλαδικό χώρο. Επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στη βιοποικιλότητα: Η βιοποικιλότητα αναφέρεται στην ποικιλία μεταξύ των ατόμων του ίδιου είδους, στην ποικιλία μεταξύ των ειδών καθώς και στην ποικιλία μεταξύ των οικοσυστημάτων. Η διατήρηση της βιοποικιλότητας είναι μείζονος σημασίας για τις αγροτουριστικές περιοχές, ενώ η απώλεια της επιφέρει υποβάθμιση των υπηρεσιών που παρέχονται από τα οικοσυστήματα. Σε κάθε υγροτοπικό οικοσύστημα πραγματοποιούνται ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες καθώς, επίσης, και βιολογικές, φυσικές και χημικές διεργασίες, οι οποίες σχετίζονται με τέσσερις βασικές κατηγορίες: την υδρολογία, το βιοχημικό κύκλο, τα ενδιαιτήματα και το κλίμα.

Μερικές από τις σημαντικές λειτουργίες που επιτελούν οι υγρότοποι είναι: η αποθήκευση νερού, η διατήρηση του κλίματος σε κανονικά επίπεδα, η μείωση της συγκέντρωσης θρεπτικών ουσιών, η φυσική βελτίωση της ποιότητας του νερού, η διατήρηση της βιολογικής ποικιλότητας και η διατήρηση της βιολογικής παραγωγικότητας των ζωικών και φυτικών οργανισμών. Το επίπεδο στο οποίο επιτελούνται οι λειτουργίες ενός υγροτόπου επηρεάζεται κυρίως από τις ανθρώπινες δραστηριότητες που αναπτύσσονται τόσο εντός των στενών ορίων του όσο και εντός της υδρολογικής του λεκάνης. Η ισορροπία μεταξύ του υγροτόπου και της ευρύτερης περιοχής του επηρεάζει τόσο τις συνθήκες διαβίωσης των ζωικών και φυτικών οργανισμών που σχετίζονται με το υγροτοπικό οικοσύστημα, όσο και τις συνθήκες ζωής των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της άσκησης των οικονομικών τους δραστηριοτήτων. Οι λιμναίοι υγρότοποι αποτελούν ένα οικολογικό σύστημα, το οποίο συντίθεται από δύο υποσυστήματα: τη λίμνη και τον υγρότοπο. Τα δύο αυτά υποσυστήματα αλληλοεπιδρούν και εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό το ένα από το άλλο. Κατά αυτόν τον τρόπο, οι ανθρωπογενείς δραστηριότητες που πραγματοποιούνται σε μια παραλίμνια περιοχή και επηρεάζουν την ποσοτική και ποιοτική κατάσταση της λίμνης, προκαλούν επιπτώσεις και στον σχετιζόμενο υγρότοπο. Επιπλέον, οι υγροτοπικές λειτουργίες παρουσιάζουν ισχυρή αλληλοεπίδραση μεταξύ τους και ως εκ τούτου, η υποβάθμιση μιας λειτουργίας ενός υγροτόπου ενδέχεται να επιφέρει άμεσες θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις και στις υπόλοιπες λειτουργίες του υγροτόπου. Συνεπώς, η διατήρηση της κάθε λειτουργίας του υγροτόπου ξεχωριστά είναι ιδιαίτερα σημαντική, ενώ σε περίπτωση υποβάθμισης του υγροτόπου είναι επιτακτική η αποκατάσταση του.

Η αλλαγή των χρήσεων γης καθώς και η ρύπανση και η υπερ-εκμετάλλευση των υδατικών πόρων αποτελούν τις κυριότερες απειλές των οικοσυστημάτων. Σύμφωνα με τις Εκθέσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την αλλαγή του κλίματος, οι πιέσεις που ασκούνται στα χερσαία και υδάτινα οικοσυστήματα αναμένεται να οξυνθούν λόγω της κλιματικής αλλαγής, με το 20-30% της γνωστής χλωρίδας και πανίδας να προβλέπεται ότι θα αντιμετωπίσει αυξημένο κίνδυνο εξαφάνισης. Οι μεταβολές στη στάθμη και στην ελεύθερη υδάτινη επιφάνεια των λιμνών αναμένεται να προκαλέσουν μεταβολή στη δομή και στις λειτουργίες των σχετιζόμενων υγροτοπικών οικοσυστημάτων. Η υποβάθμιση των λειτουργιών των υγροτόπων προκαλεί δυσμενείς επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα της περιοχής, η οποία εκφράζεται, συνήθως, με μείωση του αριθμού των ειδών που διαβιούν ή σχετίζονται με τον συγκεκριμένο υγρότοπο. Η στενή σχέση των υδατικών πόρων και των υγροτοπικών οικοσυστημάτων μιας περιοχής καθιστά τη διαχείριση και αποκατάσταση των υγροτοπικών λειτουργιών μία από τις βάσεις για την αειφορική διαχείριση κάθε λεκάνης απορροής.

Η έννοια της Ολοκληρωμένης Διαχείρισης Υδατικών Πόρων εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της Διαχείρισης Οικοσυστημάτων, η οποία αναφέρεται στην ολοκλήρωση των οικολογικών, οικονομικών και κοινωνικών αρχών για τη διαχείριση βιολογικών και φυσικών συστημάτων, με τρόπο που να προστατεύεται η οικολογική βιωσιμότητα, η φυσική ποικιλότητα και  παραγωγικότητα των τοπίων-φυσικών περιοχών. Η δυνατότητα αποκατάστασης ενός υποβαθμισμένου υγροτοπικού οικοσυστήματος εξαρτάται από πολυάριθμους παράγοντες, με τους κυριότερους να αποτελούν ο τύπος του υγροτόπου, ο βαθμός της υποβάθμισης του, οι οικολογικές λειτουργίες που επιτελεί, οι χρήσεις γης και οι ανθρώπινες δραστηριότητες στο σύνολο της έκτασης της υδρολογικής λεκάνης απορροής και η δυνατότητα δημιουργίας και διατήρησης κατάλληλων υδρολογικών συνθηκών για την υποστήριξη των λειτουργιών του υγροτόπου. Οι ανωτέρω δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στους υδατικούς πόρους, στη γεωργική παραγωγή, στην παραγωγή τροφίμων και στη βιοποικιλότητα έχουν ήδη επιφέρει επιπτώσεις στην αγροτική δραστηριότητα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας.

Για τη διερεύνηση της τάσης μεταβολής της αγροτικής οικονομικής δραστηριότητας στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, συλλέχθηκαν δεδομένα απασχόλησης ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας από τη βάση δεδομένων της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, για τα έτη 2001 και 2011 (πιο πρόσφατο έτος με διαθέσιμα δεδομένα). Για το έτος 2001, τα ποσοστά απασχόλησης στον πρωτογενή, στο δευτερογενή και στον τριτογενή τομέα καθώς και το ποσοστό των ανέργων στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ισούνταν με 15,11%, 22,13%, 50,52% και 12,24%, ενώ για το σύνολο του ελλαδικού χώρου ανέρχονταν σε 13,45%, 20,29%, 54,61% και 11,65%, αντίστοιχα. Από τη μεταξύ σύγκριση των ποσοστών αυτών διαπιστώνεται η σημαντική παρουσία του πρωτογενούς τομέα στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Για το έτος 2011, τα ποσοστά απασχόλησης στον πρωτογενή, στο δευτερογενή και στον τριτογενή τομέα παραγωγής καθώς και το ποσοστό των ανέργων ανήλθαν σε 9,02%, 14,59%, 54,56% και 21,83% για την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και σε 8,12%, 14,27%, 58,89% και 18,72% για το σύνολο του ελλαδικού χώρου, αντίστοιχα.

Διαπιστώνεται, επομένως, πως τα ποσοστά απασχόλησης στον πρωτογενή και στο δευτερογενή τομέα μειώθηκαν σημαντικά, ενώ αυξήθηκε η απασχόληση στον τριτογενή τομέα παραγωγής καθώς και το ποσοστό των ανέργων τόσο στην Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας όσο και στο σύνολο του ελλαδικού χώρου. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει τη φθίνουσα πορεία που ακολουθεί η απασχόληση στον πρωτογενή τομέα και η οποία οφείλει να αντιστραφεί. Στο πλαίσιο της βιώσιμης διαχείρισης των υδατικών πόρων, του γεωργικού τομέα και των υγροτόπων, το Επενδυτικό Σχέδιο Καινοτομίας «Διασφάλιση Αγροτικής Παραγωγής και Οικοσυστημικών Υπηρεσιών κάτω από το πρίσμα της Κλιματικής Αλλαγής» ευρίσκεται σε συμφωνία με τους βασικούς άξονες και προτεραιότητες της Οδηγίας –Πλαίσιο 2000/60/ΕΚ «για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων», της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, που προτείνει μέτρα για την αγροτική ανάπτυξη, την εισοδηματική στήριξη των αγροτών και μέτρα για την αγορά τροφίμων και των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, που περιλαμβάνουν την εφαρμογή ανθεκτικών γεωργικών πρακτικών για την αύξηση της αγροτικής παραγωγικότητας και την παραγωγής, τη διατήρηση των οικοσυστημάτων και την ενίσχυση της ικανότητας προσαρμογής των αγροτικών περιοχών στην κλιματική αλλαγή, στα ακραία καιρικά φαινόμενα, στην ξηρασία και στις πλημμύρες έως το 2030.

Η υλοποίηση του Επενδυτικού Σχεδίου Καινοτομίας «Διασφάλιση Αγροτικής Παραγωγής και Οικοσυστημικών Υπηρεσιών κάτω από το πρίσμα της Κλιματικής Αλλαγής» ευρίσκεται σε συμφωνία και με το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας 2014-2020. Ειδικότερα, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ακολουθώντας τους νέους κανονισμούς των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ), καθόρισε συγκεκριμένους Θεματικούς Στόχους (ΘΣ), κάθε ένας από τους οποίους περιλαμβάνει επιμέρους Επενδυτικές Προτεραιότητες (ΕΠ).

Στους σχετικούς Θεματικούς Στόχους και Επενδυτικές Προτεραιότητες, περιλαμβάνονται

  • ο ΘΣ 1 «Ενίσχυση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας»,
  • ο ΘΣ 3 «Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του γεωργικού τομέα και του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας», ο ΘΣ 5 «Προώθηση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, πρόληψη και διαχείριση κινδύνων» και
  • ο ΘΣ 6 «Διαφύλαξη και προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση της αποδοτικότητας των πόρων».

Ο ΘΣ 1 «Ενίσχυση της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας» περιλαμβάνει την ΕΠ 1b «Προαγωγή επιχειρηματικών επενδύσεων στην έρευνα και καινοτομία, ανάπτυξη δεσμών και συνεργειών μεταξύ επιχειρήσεων, κέντρων έρευνας και ανάπτυξης και του τομέα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ιδίως μέσω της προαγωγής επενδύσεων στην ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών, στη μεταφορά τεχνολογίας, στην κοινωνική καινοτομία, στην οικολογική καινοτομία…».

Ο ΘΣ 3 «Βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και του γεωργικού τομέα και του τομέα της αλιείας και της υδατοκαλλιέργειας» περιλαμβάνει την ΕΠ 3b «Προώθηση της επιχειρηματικότητας, ιδίως με τη διευκόλυνση της οικονομικής εκμετάλλευσης νέων ιδεών και τη στήριξη της δημιουργίας νέων επιχειρήσεων, μεταξύ άλλων μέσω φυτωρίων επιχειρήσεων», την ΕΠ 3c «Στήριξη της δημιουργίας και της επέκτασης προηγμένων ικανοτήτων για την ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών» και την ΕΠ 3d «Στήριξη της ικανότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων να αναπτύσσονται σε περιφερειακές, εθνικές και διεθνείς αγορές και να συμμετέχουν σε διαδικασίες καινοτομίας».

Ο ΘΣ 5 «Προώθηση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, πρόληψη και διαχείριση κινδύνων» περιλαμβάνει την ΕΠ 5a «Στήριξη των επενδύσεων για προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή καθώς και των τεχνικών που βασίζονται στο οικοσύστημα».

Ο ΘΣ 6 «Διαφύλαξη και προστασία του περιβάλλοντος και προώθηση της αποδοτικότητας των πόρων» περιλαμβάνει την ΕΠ 6b «Επενδύσεις στον τομέα των υδάτων, ώστε να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του περιβαλλοντικού κεκτημένου της Ένωσης και να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες που έχουν προσδιορισθεί από τα κράτη μέλη για επενδύσεις που υπερβαίνουν τις εν λόγω απαιτήσεις» και την ΕΠ 6d «Προστασία και αποκατάσταση της βιοποικιλότητας και του εδάφους και προώθηση των υπηρεσιών οικοσυστήματος, μεταξύ άλλων μέσω του δικτύου Natura 2000, και των πράσινων υποδομών».